Velazquez, Goya, Murillo

Velazquez, Goya, Murillo
Στη Μαδρίτη επισκεφθήκαμε τα μουσεία Prado και Reina Sofia. Εκεί, οι εκλεκτοί Ισπανοί συνάδελφοι Emilio, Esther και Cosme μάς ξενάγησαν στα αριστουργήματα του Velazquez, του Goya και του Murillo.

Velazquez

"Las Meninas"

"Infanta don Margarita de Austria"


"The Crucified Christ "

"View of Zaragoza"

"The needle woman"

"Queen Margarita on horseback"

"The Forge of Vulcan"

"Adoration of the Magi"

Goya

"The shootings of May 3rd"


"The Naked Maja"

"Saturn devouring His son", The most terrible of Goya's paintings.

"Pilgrimage to St. Isidro's Fountain". It belongs to his black paintings.

"Old men eating soup"

"Crucifixion"

Murillo

"The Immaculate Conception of Soult"

"The Holy Family with the Little Bird"

"The boys with the shell"


Pablo (ή El Pablito) Ruiz Picasso, «Γκουέρνικα»

Στο Μουσείο Reina Sofia, στη Μαδρίτη, είδαμε το έργο του Picasso "Γκουέρνικα"



«Αν ένα έργο δεν μπορεί να ζήσει πάντα στο παρόν, δεν υπολογίζεται καθόλου».
Picasso


Το 1936, λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αρχίζει ο πρόδρομός του, ο εμφύλιος πόλεμος της Ισπανίας. Ο φασίστας στρατηγός Φράνκο, με τη βοήθεια του Χίτλερ, προσπαθεί να καταπνίξει τη νεαρή Ισπανική Δημοκρατία. Και πράγματι το καταφέρνουν. Την πνίγουν στο αίμα. Τα αεροπλάνα του Χίτλερ βομβαρδίζουν αδιάκριτα τον άμαχο πληθυσμό. Ένα μικρό χωριό –η Γκουέρνικα– θα νιώσει βαθύ τον πόνο από τις βόμβες τους.
Κατά το βομβαρδισμό του χωριού αυτού το οποίο δεν εξυπηρετούσε κανένα στρατιωτικό σκοπό, σκοτώθηκαν περισσότερο παιδιά και γυναίκες. Και αυτό έδειξε με σαφήνεια και με απόλυτη καθαρότητα το πρόσωπο της φασιστικής θύελλας που ερχόταν.

Ο πίνακας ζωγραφικής «Γκουέρνικα» έχει την αφετηρία του στην παραγγελία της Ισπανικής Δημοκρατικής Κυβέρνησης για ένα έργο κατάλληλο να αντιπροσωπεύσει την αγωνιζόμενη Ισπανία στη διεθνή έκθεση του Παρισιού το 1937 και πήρε τον τίτλο του από την καταστροφή του μικρού χωριού από τους χιτλερικούς αεροπόρους.

Ο Πικάσο, βαθιά δημοκρατικός, επηρεασμένος από τη φρίκη του πολέμου, ζωγραφίζει με θέμα την «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» ένα έργο μνημειακών διαστάσεων, ύψους 3,5 μέτρων και πλάτους 7,5 μέτρων.

Στο έργο φαίνεται πεντακάθαρα η τάση του Πικάσο για ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ - ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ της μορφής και των αντικειμένων, προκειμένου μ’ αυτό να εκφράσει καλύτερα την αγωνία και τη φρίκη των ανθρώπων μπροστά στο θάνατο.

Για τον ίδιο λόγο θα χρησιμοποιήσει και σκούρα χρώματα, τόνους του μαύρου, του άσπρου και του γκρι.

Η ανάλυση του έργου


Ο πίνακας αρχίζει αριστερά με μία γυναίκα- μητέρα που κρατά το νεκρό παιδί στην αγκαλιά της, ενώ πάνω και κοντά της εικονίζεται το κεφάλι ενός ταύρου.

Σύμφωνα με τον Πικάσο, ο ταύρος αντιπροσωπεύει τη βία, το φασισμό, τον πόλεμο, το σκοτάδι.



Η μητέρα με το νεκρό παιδί έχει μισάνοικτο το στόμα της. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Πικάσο παρουσιάζει τον πόνο να μοιάζει με κραυγή, αγωνία και φρίκη.

Λίγο χαμηλότερα, κάτω, εκτείνεται το σώμα ενός νεκρού πολεμιστή,


που έχει τα χέρια του ανοικτά και τη μορφή «παραμορφωμένη». Πικάσο επίτηδες σχεδίασε τον πολεμιστή με το ένα χέρι από τη μία και το άλλο από την άλλη πλευρά, ώστε η στάση αυτή να θυμίζει τη σταύρωση.
Ακολουθεί ένα άλογο με ανοιχτό το στόμα με τρόπο που να φαίνεται πως χλιμιντρίζει.

Σύμφωνα με τον Πικάσο το άλογο συμβολίζει το λαό, που απεγνωσμένα φωνάζει ζητώντας βοήθεια.
Εξάλλου το άλογο παρουσιάζεται λογχισμένο.

Προς τα δεξιά της εικόνας διακρίνεται γυναικεία μορφη που προσπαθεί να γλυτώσει από το βομβαρδισμό.

Στην άκρη δεξιά μία μορφή παριστάνει έναν άνθρωπο πριν πέσει νεκρός.
Τα ημίλευκα και λευκά τριγωνάκια εννοούν ότι το κτίριο φλέγεται.


Η λάμπα που εικονίζεται πάνω από το κεφάλι του αλόγου, ουσιαστικά δε φωτίζει τίποτα.

Τα ανοιχτόχρωμα μέρη του έργου, που υποδηλώνουν το φωτισμό, προέρχονται από πολλές πηγές φωτός.

χώρος μέσα στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα δεν είναι καθορισμένος. Όλα βρίσκονται σ’ ένα χώρο απροσδιόριστο.

Η σύνθεση του έργου βασίζεται, όπως έχουν δείξει διάφορες μελέτες, σε μία μεγάλη πυραμίδα που έχει για κορυφή της τη λάμπα πετρελαίου.


Δύο όρθια παραλληλόγραμμα ένα δεξιά και ένα αριστερά και μερικά ανισοσκελή τρίγωνα, είναι τα σχήματα που δίνουν ασφάλεια, βεβαιότητα και δυναμισμό στην παράσταση.
Αν προσέξει κανείς τα μάτια στα πρόσωπα που εικονίζονται, στη μητέρα, στο νεκρό πολεμιστή, στον ταύρο, στο άλογο και στις άλλες μορφές,



είναι όλα σε διαφορετικές και αφύσικες θέσεις. Αυτό συμβαίνει, γιατί αντικρίζουν ένα κόσμο παράλογο και φρικτό, έναν κόσμο κτηνώδη.

Η παραφροσύνη του πολέμου παρουσιάζεται εδώ με μετατόπιση των ματιών από τις θέσεις τους και με τις παραμορφώσεις των σωμάτων.

Ιδιαίτερα για τα σώματα, που σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να φαίνονται σαν... κομματιαστά, μπορούμε να πούμε πως αυτό δεν είναι άσχετο με το αποτέλεσμα που φέρνει η έκρηξη μιας βόμβας. Ολόκληρος
πίνακας δίνει την εντύπωση πως απεικονίζει εκείνο ακριβώς που συμβαίνει τη στιγμή της έκρηξης.

Η γυναικεία μορφή που υψώνει τη λάμπα πετρελαίου

είναι η μόνη μορφή που δε φαίνεται χτυπημένη από το βομβαρδισμό και, όπως είπαμε προηγουμένως, το έργο είναι «χτισμένο» πάνω σε μία πυραμίδα που έχει για κορυφή της τη λάμπα πετρελαίου. Ακριβώς η μορφή αυτή είναι για τον Πικάσο η έννοια του πολιτισμού που προσπαθεί να σωθεί, η δε λάμπα που κρατά δεν εκπέμπει παρά το φως της τέχνης και του πολιτισμού.

Τα χρώματα του έργου είναι «μελανά». Οι τόνοι του μαύρου, του άσπρου και του γκρι δε δείχνουν τίποτε άλλο, παρά το φόβο που κυριαρχεί παντού.

Με αυτή του την τολμηρή παρουσίαση, ο
Πικάσο κατόρθωσε να φτάσει σ’ ένα σύνολο που κάνει το έργο του καθολικό. Η «Γκουέρνικα» ξεφεύγει από τα στενά όρια της Ισπανίας και εκφράζει παγκόσμια και διαχρονικά κάθε λαό που ένιωσε τη φρίκη εκείνου του πολέμου. Η «ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» είναι μία απόδειξη πως ο Πικάσο είναι ένας καλλιτέχνης με κοινωνική συνείδηση.

Το 1935 ο Πικάσο δήλωνε: «Η ζωγραφική δεν είναι απλή διασκέδαση ή στολίδι. Όπως δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από τα όπλα στα χέρια του στρατηγού και από τη δικαιοσύνη στα χέρια του δικαστή, έτσι δεν υπάρχει και τίποτε πιο επικίνδυνο από ένα πινέλο στα χέρια του ζωγράφου».

Από το 1939 ο επικός πίνακας φιλοξενείτο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, περιμένοντας να σημάνει η ώρα της Δημοκρατίας για την Ισπανία. Το 1969 ο στρατηγός Φράνκο είχε το θράσος να τον διεκδικήσει, προκαλώντας την οργή του ζωγράφου. Ο Πικάσο υπογράμμισε πως σύμφωνα με τη θέλησή του, το έργο θα επέστρεφε στην Ισπανία μόνο μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.


Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1981
«ΓΚΟΥΕΡΝΙΚΑ» επιστρέφει στην Ισπανία. Στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, την ημέρα που συμπληρώνονταν 100 χρόνια από τη γέννηση του Πικάσο, οι συμπατριώτες του αντίκριζαν με συγκίνηση το έργο, που συμβόλιζε την εθνική τους τραγωδία, να τοποθετείται στο Μουσείο του Πράδο.

«Αυτός δεν είναι πίνακας, έλεγαν οι Ισπανοί, είναι βόμβα έτοιμη να εκραγεί
».

(Από το Αντίφωνο)


ARANJUEZ
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στην Ισπανία επισκεφθήκαμε την πόλη Aranjuez.
H Aranjuez είναι μια ήσυχη πόλη που απέχει μόνο μισή ώρα με τρένο από τη Μαδρίτη. Είναι φανερό γιατί ήταν η έμπνευση για το κλασικό κομμάτι κιθάρας, “Concierto de Aranjuez” από τον Joaquin Rodrigo και για το ζωγράφο Santiago Rosignol.

http://www.youtube.com/watch?v=e3_sML4prLE





http://www.youtube.com/watch?v=xSCTk_tceH8

Η Aranjuez βρίσκεται στην κοιλάδα που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Tajo και Jarama. Για το λόγο αυτό είναι μια όαση στο ξηρό καστιλιάνικο οροπέδιο.


Η πόλη είναι κτισμένη γύρω από το Παλάτι .

Από το 15ο αιώνα ήταν κατοικία για τους βασιλιάδες της Ισπανίας. Αλλά ο Φίλιππος ο Δεύτερος ήταν ο πραγματικός ιδρυτής, γιατί κατασκεύασε κανάλια για άρδευση που μετέτρεψαν την Αρανχουέζ σε πράσινη όαση.


Ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα σύχναζαν στην Αρανχουέζ για ξεκούραση και χαλάρωση, καθώς επίσης και η βασιλική οικογένεια του Οίκου της Αυστρίας και οι Βουρβόνοι.




Το Παλάτι της Αρανχουέζ δημιουργήθηκε από τους αρχιτέκτονες που αργότερα σχεδίασαν το Escorial. Το πορσελάνινο δωμάτιο είναι το πιο φημισμένο δωμάτιο στο παλάτι. Διακοσμημένο με πάρα πολλά πουλιά και λουλούδια από πορσελάνη.


Αλλά το πιο εντυπωσιακό δωμάτιο είναι το Δωμάτιο του Καπνιστή το οποίο είναι μια αναπαραγωγή του Δωματίου των Δυο Αδελφών στην Alhambra, στην Granada.



Η επίσκεψη στην Αρανχουέζ δε θα ήταν πλήρης, αν δεν επισκεπτόμαστε τα 150 εκτάρια των υπέροχων κήπων που ανήκουν στο Παλάτι.

Στην πίσω είσοδο του Παλατιού είδαμε το Parterre και το Island Garden.

Αυτοί οι κήποι είναι γεμάτοι από λουλούδια, κρήνες και αγάλματα αφιερωμένα σε μορφές και σκηνές της μυθολογίας.



Ο ποταμός Tajo διατρέχει τον κήπο με ένα μικρό νησί στο μέσον γεμάτο από πάπιες και χήνες. Υπέροχος επίσης είναι ο Princes Garden σχεδιασμένος από το Γάλλο αρχιτέκτονα Boutelou το 1763.

Η Αρανχουέζ είναι φημισμένη για τις φράουλές της και ειδικά για τις φράουλες με φρέσκια κρέμα για επιδόρπιο.



Μπορείτε, αν θέλετε, να πάρετε το ιστορικό “ Strawberry Train” από τη Μαδρίτη προς την Αρανχουέζ από το σταθμό Atocha. Το τρένο είναι ένα ακριβές αντίγραφο εκείνου που εγκαινιάστηκε το 1815, κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Ισαβέλλας ΙΙ. Η γραμμή χρησιμοποιείτο, για να μεταφέρει φρέσκα φρούτα και λαχανικά από την Αρανχουέζ στη Μαδρίτη.


El Greco

"Γύριζα όλη μέρα στα στενά δρομάκια του Τολέδου, οσμιζόμουν θειάφι, σαν να 'χε πέσει κεραυνός, σαν να 'χε διαβεί λιόντας και μύριζε θεριό ο αγέρας, τρεις και πάνω αιώνες ύστερα από το πέρασμά σου. Τι τρομάρα, τι χαρά να περπατάς και να νιώθεις μία μεγάλη ψυχή να καταχτυπάει τa φτερά της από πάνω σου"
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο


Κατά το πρόσφατο ταξίδι μας στην Ισπανία, στο πλαίσιο του προγράμματος Comenius, επισκεφθήκαμε το Τολέδο, όπου έζησε για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος.

«Ζωή και χρωστήρες πήρε από την Κρήτη, πιο ωραία πατρίδα βρήκε στο Τολέδο, απ' όπου ξεκινά την αιωνιότητα να κατακτήσει διά του θανάτου» Παραβιθίνο


Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-7 Απριλίου 1614), γνωστός επίσης με τo ιταλικό προσωνύμιο El Greco, δηλαδή ο Έλληνας, ήταν Κρητικός ζωγράφος, γλύπτης και αρχιτέκτονας της Ισπανικής αναγέννησης. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την πατρίδα του, δημιουργώντας το κύριο σώμα του έργου του στην Ιταλία και στην Ισπανία. Εκπαιδεύτηκε αρχικά ως αγιογράφος στην Κρήτη, που αποτελούσε τότε τμήμα της ενετικής επικράτειας, και αργότερα ταξίδεψε στη Βενετία. Στην Ιταλία επηρεάστηκε από τους μεγαλύτερους δασκάλους της ιταλικής τέχνης, όπως τον Τιντορέτο και τον Τιτσιάνο, του οποίου υπήρξε μαθητής, υιοθετώντας στοιχεία από το μανιερισμό.

Στη Ρώμη

Το Νοέμβριο του 1570 ο Γκρέκο φεύγει για τη Ρώμη. Αυτό είναι βέβαιο, αφού υπάρχει η συστατική επιστολή του Ντον Τζούλιο Κλόβιο προς τον Καρδινάλιο Φαρνέζε:

16 Νοεμβρίου 1570
Προς τον καρδινάλιο Φαρνέζε Βιτέρμπο.

«Στη Ρώμη έφτασε ένας νέος Κρητικός μαθητής του Τιτσιάνο, που κατά τη γνώμη μου είναι από τους λίγους που διακρίνονται στη ζωγραφική. Εκτός από τ’ άλλα έργα του, μια προσωπογραφία του κατέπληξε όλους τους ζωγράφους της Ρώμης. Επιθυμία μου είναι να τεθεί υπό την προστασία της Αγίας εκλαμπρότητος και μακαριότητά σας. Δεν θέλει τίποτε άλλο παρά ένα δωμάτιο στο ανάκτορο έως ότου μπορέσει να ταχτοποιηθεί καλύτερα. Γι’ αυτό σας ικετεύω να ευδοκήσετε να γράψετε στον οικονόμο σας κόμητα Λουδοβίκο να του παραχωρηθεί ένα από τα δωμάτια του ανακτόρου σας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Εξοχότητά σας θα κάνει έργο αντάξιό της και εμένα θα υποχρεώσει πολύ. Ασπαζόμενος τη χείρα της εκλαμπροτάτης και μακαριοτάτης εξοχότητός σας, ταπεινός δούλος σας».


Ντον Τζούλιο Κλόβιο.

Στο Τολέδο

Το 1577 εγκαταστάθηκε στο Τολέδο, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του και ολοκλήρωσε ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του.


Μετά την άφιξή του στο Τολέδο, μια από τις παραγγελίες που ανέλαβε αφορούσε μία ελαιογραφία με θέμα το διαμερισμό των ιματίων του Χριστού, γνωστή ως El Espolio, για τον καθεδρικό ναό της πόλης. Το «Espolio» είναι πίνακας στον οποίο ο Γκρέκο απέδωσε ελεύθερα τη δραματικότητα της ευαγγελικής διηγήσεως.



Το κέντρο κατέχει ο Χριστός, φυσιογνωμία με πολλή γαλήνη και ευγένεια, ενώ γύρω από αυτόν συνωθούνται οι βάναυσες μορφές των λογχοφόρων στρατιωτών και του όχλου. Πίσω ακριβώς απ’ τους ώμους του Χριστού προβάλλουν ημίγυμνοι και οι δύο ληστές οι οποίοι «ήγοντο σύν αυτώ αναιρεθήναι» Κάτω αριστερά ο καλλιτέχνης ιστόρησε τις τρεις Μαρίες, τη Θεοτόκο, την μητέρα των υιών Ζεβεδαίου και τη Μαγδαληνή. Και οι τρεις παρακολουθούν έναν υπηρέτη ο οποίος ανοίγει οπή στον κατά γης Σταυρό για τη Σταύρωση του Κυρίου. Ο πόνος και η οδύνη έχουν αποτυπωθεί στα ευγενικά τους πρόσωπα. Το φως, όπως πέφτει άφθονο στο ερυθρό ένδυμα του Χριστού με την αντίθεση της σκιάς των πλαισίων και των ωραίων πτυχώσεων, εξαίρει τη φυσιογνωμία του, η οποία κατέχει τον κεντρικό άξονα της συνθέσεως, δεσπόζει αμέσως και επιβάλλεται.


Η στενόμακρη φόρμα που συναντάται σε πολλούς πίνακές του με θρησκευτικό περιεχόμενο είναι χαρακτηριστική. Μ’ αυτόν τον τρόπο υπερβαίνει τη φυσική πραγματικότητα και δημιουργεί μια ψευδαίσθηση μορφών που αιωρούνται.
Πολλές φορές, βλέπουμε μια παραμόρφωση στο χρώμα και τη φόρμα, έντονη επιμήκυνση των μορφών, με κεφάλια πολύ μικρά σε σχέση με το σώμα, έτσι που στο τέλος οι μορφές να φαίνονται σαν να είναι σε μια διάχυτη κατάσταση. Όταν ενώνονται δε με το έντονο φως, μοιάζουν με φλόγες
.


Προσωπογραφία του Χόρχε Μανουέλ Θεοτοκόπουλου

Το 1586, ο ιερέας της ενορίας του Αγίου Θωμά, τού ανέθεσε την παραγγελία για τον πίνακα Η Ταφή του Κόμη Οργκάθ, που συνιστά μέχρι σήμερα ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του.
O πίνακας περιλαμβάνει δύο διακριτές περιοχές. Στο κάτω μέρος της σύνθεσης απεικονίζεται η κηδεία του κόμη, ευεργέτη της εκκλησίας, ενώ στο άνω μέρος, που συμβολίζει τον παράδεισο, η ψυχή του μεταφέρεται από έναν άγγελο, έχοντας πάρει τη μορφή ενός παιδιού. Σύμφωνα με ένα θρύλο, τη στιγμή της ταφής τού κόμη κι ενώ ο εφημέριος και οι άλλοι κληρικοί διαβάζουν τα επικήδεια γράμματα, εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος ο Άγιος Στέφανος και ο Άγιος Αυγουστίνος, για να κηδέψουν το σώμα του κόμη, τον οποίο κρατούν ο ένας από το κεφάλι και ο άλλος από τα πόδια. Γύρω απεικονίζονται πολλοί ιδαλγοί (=τίτλος ευγενείας στην Ισπανία και την Πορτογαλία), που παρακολουθούν την ταφή. Στα πρόσωπα του πίνακα έχει υποστηριχθεί πως απεικονίζονται πολλά πρόσωπα γνωστά της εποχής του Θεοτοκόπουλου, επιφανείς προσωπικότητες του Τολέδου..

Η ατμόσφαιρα του θαύματος δημιουργείται μ’ ένα εκπληκτικό χειρισμό φωτός και χρώματος. Οι εκφράσεις στα πρόσωπα των παρευρισκομένων είναι εκστατικές και τα σώματά τους φαίνονται να αιωρούνται ανάμεσα στο γήινο και τον ουράνιο κόσμο, όχι μόνο σαν απλοί μάρτυρες αλλά και κοινωνοί.

Ο άγγελος, ο οποίος ενώνει τη γη με τον ουρανό, βρίσκεται στον κεντρικό άξονα της σύνθεσης και ανεβαίνει στριφογυρίζοντας προς τον ουρανό, για να μεταφέρει την ψυχή του κόμη, η οποία έχει τη μορφή παιδιού.

Το ουράνιο πλήθος το οποίο υπάρχει δίπλα στο Χριστό, έχει μορφές έντονα επιμήκεις και το φως που υπάρχει γύρω τους γίνεται υπερβολικά λαμπερό, μέχρι που καταλήγει σε μια ακτίνα φωτός.


Το έργο ξεχωρίζει για τη δύναμη, την εικονιστική υποβολή του και τη σκηνογραφική αίσθηση που νιώθει ο θεατής του. Το έργο προορίζεται για την εκκλησία του Σάντο Τομέ και ο Ελ Γκρέκο κατορθώνει να προσαρμόσει τον πίνακα στις ανάγκες του χώρου αυτού, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα δεδομένα του θέματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πίνακας αυτός του Έλληνα ζωγράφου είναι από τους πρώτους που επιβάλλουν τη σύνθεση σε δύο ζώνες, ουράνια και γήινη.

Τα υπερφυσικά μεγέθη του Χριστού, της Παναγίας και των αγγέλων σε σχέση με τα άλλα πρόσωπα που υπάρχουν στους πίνακές του, δείχνουν την ουράνια ιεραρχία, κάτι που υποστήριζε ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, βιβλία του οποίου βρέθηκαν στη βιβλιοθήκη του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.


Υφολογικά, η τεχνοτροπία του Ελ Γκρέκο θεωρείται έκφραση της Βενετικής σχολής και του μανιερισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Παράλληλα, χαρακτηρίζεται από προσωπικά στοιχεία, προϊόντα της τάσης του για πρωτοτυπία, τα οποία όμως δε βρήκαν μιμητές στην εποχή του, γεγονός που δεν ευνόησε και τη συνέχειά τους. Η μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό, αλλά και τα αμέσως μεταγενέστερα καλλιτεχνικά ρεύματα που δεν αντιμετώπισαν ευμενώς το ύφος του, είχαν ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το έργο του Γκρέκο τους επόμενους αιώνες. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, αναγνωρίστηκε ως πρόδρομος της μοντέρνας τέχνης που αξιοποίησε στοιχεία της Ανατολικής και Δυτικής παράδοσης και το έργο του επανεκτιμήθηκε, διατηρώντας μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.

Ανακάλυψα έναν μεγάλο, έναν απίστευτα προικισμένο καλλιτέχνη, τον Γκρέκο. Έναν σύγχρονο του Ρέμπραντ, και όμως τόσο κοντινό μας.
Julius Mayer-Graefe, Spaniche Reise (1910)

"...Πάω κι έρχομαι στα στενά δρομάκια, κι ο νους μου χιμάει πίσω γοητευμένος. Στις 8 του Απρίλη του 1614, ένα τέτοιο χαρούμενο πρωινό, η πόρτα του σπιτιού του μεγάλου Κρητικού ήταν ανοιχτή, παιδόπουλα με άσπρα δαντελωτά πουκάμισα στέκονταν στο κατώφλι με κίτρινες λαμπάδες. Ο περήφανος μυστηριώδης ξένος που είχε έρθει, τώρα και σαράντα χρόνια, από τη θάλασσα, είχε πεθάνει".
«Ω διαβάτη, αυτός ο ωραίος τάφος, ο θόλος από πορφυρίτη, απ’ το σύμπαν κλέβει
το πιο περίφημο πινέλο, αυτό που έκαμε τη ζωή να σφύζει στο ξύλο και στο πανί.
Το όνομα αυτό, που είναι άξιο για μια πνοή πιο ισχυρή από εκείνη που γεμίζει τη σάλπιγγα της Φήμης, απλώνεται και λάμπει πάνω σ’ αυτό το μάρμαρο το βαρύ. Γονάτισε και προχώρησε.
Εδώ βρίσκεται ο Γκρέκο. Η μελέτη του έδωσε τα μυστικά της Τέχνης, η Τέχνη του αποκάλυψε τα μυστικά της φύσεως, η Ίρις του έδωσε το χάρισμα των χρωμάτων, ο Φοίβος το δώρο του φωτός και ο Μορφέας του χάρισε τις σκιές του
».

(Από τον τάφο του)

Νεότερες αναρτήσεις Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα